Τα λουλούδια περιποιημένα όπως αρμόζει, διαλεγμένα ως του ταιριάζει. Λευκά, άγρια, στην ακμή τους, με την ευωδιά τους να κομματιάζει τη σιωπή του κόσμου γύρω του. Το κοστούμι καφέ σκούρο, όχι μαύρο – ποτέ δεν αγάπησε πραγματικά το μαύρο, το πουκάμισο λευκό, το μαντήλι στην τσέπη του στήθους κι αυτό λευκό, η γραβάτα απούσα – μισούσε με πάθος ό,τι του έκοβε τον αέρα. Η χωρίστρα στη δεξιά πλευρά του κεφαλιού, κόντρα στη φυσική φορά των μαλλιών του, όπως του την έκανε η μητέρα του, συμβουλεύοντας τον πως θέλει αυθάδεια η ζωή για να τα βγάλεις πέρα, να πας κόντρα στη φύση σου, αυτή που σε σπρώχνει προς πράγματα που ίσως δεν θα ‘θελες να αναπολείς όταν έρθει η ώρα του απολογισμού. Όλα ρυθμισμένα καταπώς θέλησε εκείνος, δρομολογημένα από καιρό με επιμέλεια σε όλες τους τις λεπτομέρειες. Ποιος θα κάτσει που, τι ώρα θα αρχίσει η λειτουργία, τι ώρα θα τελειώσει, ποιοι θα μιλήσουν, τι θα πουν, για τη ζωή του, για αυτά που σκεφτόταν, για όσα ήθελε να κάνει μα δεν πρόλαβε. Δεν τους τα επέβαλε, δεν είχε τη δύναμη της επιβολής, είχε όμως αυτή της πειθούς. Με επιχειρήματα, λόγια δουλεμένα για χρόνια στο μυαλό του, τους έπεισε πως αν κάτι πρέπει να ορίζει ο άνθρωπος, το ελάχιστο που του ανήκει αποκλειστικά, είναι ο τρόπος που θα φύγει. «Η έξοδος, συμβολίζει τη διαδρομή» τους τόνιζε συχνά-πυκνά.
Στην είσοδο της εκκλησίας, μια φωτογραφία του εκλιπόντος στην ηλικία που απεβίωσε, καλωσόριζε όσους θέλησαν να τον τιμήσουν με το αντίο τους. Στη μέση του ναού, φίλοι και γνωστοί, σχολίαζαν τη φωτογραφία των νεανικών του χρόνων στο Πανεπιστήμιο, ενώ στις πρώτες καρέκλες, πριν το φέρετρο, οι συγγενείς πρώτου βαθμού – όσοι είχαν απομείνει εν ζωή, κοιτούσαν εμβρόντητοι μια φωτογραφία από την ημέρα της βάφτισης του. Έτσι το είχε ορίσει, κι έτσι έγινε. Στα τρία βήματα, με ανάποδη φορά, με τρόπο κυκλικό, συνόψισε. Πρώτα το Τώρα, μετά το Τότε, ύστερα Αυτό Που Δεν Θυμόμαστε, τέλος Ό,τι Έμεινε.





